Μιας και όπως λέμε υπάρχει "απουσία γεγονότων" μερικές ώρες πριν το κλείσιμο της δεύτερης χιλιετηρίδας, περιφέρομαι στους διαδρόμους της φυλακής και παρατηρώ το κάθε τι γύρω μου.
Δίνω στα πράγματα ζωή με το δικό μου μάτι και βλέπω μια λυπημένη, ξεραμένη πορτοκαλόφλουδα να βρίσκεται μαζεμένη σε μία άκρη του διαδρόμου. Ένα ταλαιπωρημένο πλαστικό ποτηράκι, λίγο πιο πέρα, της κάνει παρέα. Προχωράω και συναντώ μία κομμένη στα τέσσερα τηλεκάρτα να σπαρταράει στο πάτωμα, ενώ γόπες τσιγάρων εκλιπαρούν για έλεος στις φοβερές πατούσες των τεράστιων παπουτσιών που τις ποδοπατούνε.
Από κάποιους σωλήνες νερού στους τοίχους, ακούγεται ένα αδιάκοπο μουρμουρητό. Στο χώρο αναμονής του καφενείου, πάνω στις βαμμένες πράσινες τάβλες που χρησιμεύουν για πάσο, παρατηρώ τα δεκάδες χαραγμένα ονόματα, ημερομηνίες, πόλεις.
Στην άκρη του πάσου, ένα κόκκινο στραπατσαρισμένο κουτάκι αναψυκτικού με αλουμινένιο περίβλημα χύνει τις τελευταίες του σταγόνες, πεσμένο και απογοητευμένο. Το χαρτί μίας άδειας απ' το περιεχόμενό της σοκολάτας γλύφει μπρούμητα το πάτωμα, δίπλα από λιμνούλες νερών που έχουν πέσει από τον ψύκτη, και από το καρτοτηλέφωνο ακούγεται ο μονότονος ήχος του τέλους συνδιάλεξης. Μία τσαλακωμένη άσπρη χαρτοπετσέτα, που βρίσκεται δίπλα σ' ένα σώμα καλοριφέρ, μου χαμογελάει, ενώ ένα άδειο πακέτο τσιγάρα δίπλα της, με κοιτάει με ανοιχτό το στόμα του.
Αποφασίζω να ανέβω στον τρίτο όροφο. Έχει σκοτεινιάσει για τα καλά και στα τζάμια των παραθύρων του τρίτου ορόφου της φυλακής, καθρεφτίζεται η πόλη που έχει ανάψει τα φώτα της. Τα μεγάλα κόκκινα είναι του αεροδρομίου, τα πορτοκαλιά ανήκουν στην εθνική οδό, τα κίτρινα είναι των σπιτιών.
Απ' τα παράθυρά τους αναβοσβήνουν και τα χρωματιστά λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δεντράκια.
Θλίψη και νοσταλγία με γεμίζει αυτό το σκηνικό.
Ψηλά ένα λειψό, χλωμό φεγγάρι κοιτάζει προς το μέρος μου και μου γνέφει. Η αρχέγονη θάλασσα από κάτω του, μουρμουρίζει τον αιώνιο σκοπό της, ενώ τη σιγοντάρει ένας μακρινός, παγωμένος άνεμος. Στο νου μου έρχονται τα λόγια του ποιητή: "Καθένας κρατάει στην τσέπη του τα κλειδιά της δικής του φυλακής".
Πόσοι απ' όλους αυτούς τους ανθρώπους, που ζουν στα φωτισμένα αυτά παράθυρα, είναι ελεύθεροι; Πόσοι μέσα σ' αυτά τα οικιακά "κελιά" μιλάνε στα παιδιά τους για ελευθερία, αγάπη, ειρήνη; Ελάχιστοι, νομίζω. Οι περισσότεροι ζουν εγκλωβισμένοι στα χρυσά κλουβιά τους, ανίοκανοι να αρθρώσουν μία λέξη αγάπης με πραγματικό νόημα, ανίκανοι να γράψουν μία ευχετήρια κάρτα για το συνάνθρωπό τους.
Ζουν μέσα στην πλαστότητα μίας καθημερινής ζωής γεμάτης από ανταγωνισμούς και αντιπαλότητες και η ευτυχία τους βρίσκεται στη συσσώρευση ανούσιων και άχρηστων υλικών αγαθών.
Θυμάμαι ένα τραγούδι της Janis Joplin, που κάποιος στίχος του λέει: "Ελευθερία σημαίνει να μην έχεις τίποτα να χάσεις". Και όπως φαίνεται εμείς δε θέλουμε να νιώσουμε ελεύθεροι, γιατί θα χάσουμε τα αγαθά και το χρόνο που πάνω επενσδύσαμε.
Σηκώνω το ποτήρι μου ψηλά και χαιρετώ αυτήν την πόλη με τα φωτισμένα παράθυρα, λίγο πριν το 2000.
Δίνω στα πράγματα ζωή με το δικό μου μάτι και βλέπω μια λυπημένη, ξεραμένη πορτοκαλόφλουδα να βρίσκεται μαζεμένη σε μία άκρη του διαδρόμου. Ένα ταλαιπωρημένο πλαστικό ποτηράκι, λίγο πιο πέρα, της κάνει παρέα. Προχωράω και συναντώ μία κομμένη στα τέσσερα τηλεκάρτα να σπαρταράει στο πάτωμα, ενώ γόπες τσιγάρων εκλιπαρούν για έλεος στις φοβερές πατούσες των τεράστιων παπουτσιών που τις ποδοπατούνε.
Από κάποιους σωλήνες νερού στους τοίχους, ακούγεται ένα αδιάκοπο μουρμουρητό. Στο χώρο αναμονής του καφενείου, πάνω στις βαμμένες πράσινες τάβλες που χρησιμεύουν για πάσο, παρατηρώ τα δεκάδες χαραγμένα ονόματα, ημερομηνίες, πόλεις.
Στην άκρη του πάσου, ένα κόκκινο στραπατσαρισμένο κουτάκι αναψυκτικού με αλουμινένιο περίβλημα χύνει τις τελευταίες του σταγόνες, πεσμένο και απογοητευμένο. Το χαρτί μίας άδειας απ' το περιεχόμενό της σοκολάτας γλύφει μπρούμητα το πάτωμα, δίπλα από λιμνούλες νερών που έχουν πέσει από τον ψύκτη, και από το καρτοτηλέφωνο ακούγεται ο μονότονος ήχος του τέλους συνδιάλεξης. Μία τσαλακωμένη άσπρη χαρτοπετσέτα, που βρίσκεται δίπλα σ' ένα σώμα καλοριφέρ, μου χαμογελάει, ενώ ένα άδειο πακέτο τσιγάρα δίπλα της, με κοιτάει με ανοιχτό το στόμα του.
Αποφασίζω να ανέβω στον τρίτο όροφο. Έχει σκοτεινιάσει για τα καλά και στα τζάμια των παραθύρων του τρίτου ορόφου της φυλακής, καθρεφτίζεται η πόλη που έχει ανάψει τα φώτα της. Τα μεγάλα κόκκινα είναι του αεροδρομίου, τα πορτοκαλιά ανήκουν στην εθνική οδό, τα κίτρινα είναι των σπιτιών.
Απ' τα παράθυρά τους αναβοσβήνουν και τα χρωματιστά λαμπιόνια από τα χριστουγεννιάτικα δεντράκια.
Θλίψη και νοσταλγία με γεμίζει αυτό το σκηνικό.
Ψηλά ένα λειψό, χλωμό φεγγάρι κοιτάζει προς το μέρος μου και μου γνέφει. Η αρχέγονη θάλασσα από κάτω του, μουρμουρίζει τον αιώνιο σκοπό της, ενώ τη σιγοντάρει ένας μακρινός, παγωμένος άνεμος. Στο νου μου έρχονται τα λόγια του ποιητή: "Καθένας κρατάει στην τσέπη του τα κλειδιά της δικής του φυλακής".
Πόσοι απ' όλους αυτούς τους ανθρώπους, που ζουν στα φωτισμένα αυτά παράθυρα, είναι ελεύθεροι; Πόσοι μέσα σ' αυτά τα οικιακά "κελιά" μιλάνε στα παιδιά τους για ελευθερία, αγάπη, ειρήνη; Ελάχιστοι, νομίζω. Οι περισσότεροι ζουν εγκλωβισμένοι στα χρυσά κλουβιά τους, ανίοκανοι να αρθρώσουν μία λέξη αγάπης με πραγματικό νόημα, ανίκανοι να γράψουν μία ευχετήρια κάρτα για το συνάνθρωπό τους.
Ζουν μέσα στην πλαστότητα μίας καθημερινής ζωής γεμάτης από ανταγωνισμούς και αντιπαλότητες και η ευτυχία τους βρίσκεται στη συσσώρευση ανούσιων και άχρηστων υλικών αγαθών.
Θυμάμαι ένα τραγούδι της Janis Joplin, που κάποιος στίχος του λέει: "Ελευθερία σημαίνει να μην έχεις τίποτα να χάσεις". Και όπως φαίνεται εμείς δε θέλουμε να νιώσουμε ελεύθεροι, γιατί θα χάσουμε τα αγαθά και το χρόνο που πάνω επενσδύσαμε.
Σηκώνω το ποτήρι μου ψηλά και χαιρετώ αυτήν την πόλη με τα φωτισμένα παράθυρα, λίγο πριν το 2000.